Московская область, г. Сергиев Посад, Лавра, Академия

title image

Αρχιεπίσκοπος Αμβρόσιος: Οι κανόνες πρέπει να πάρουν την αυθεντική δύναμή τους

Русскоязычная версия (RUS)
English version (ENG)

Πανοσιλογίωτατε αξιότιμε πάτερ Βλαδίμηρε, Πρύτανη του Ορθοδόξου Πανεπιστημίου του Αγίου Τύχωνος· Αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, επισκέπτες και συμμέτοχοι του συνεδρίου «Οι αιτίες και προσκλήσεις της τρέχουσας κρίσης των διορθόδοξων σχέσεων».

Επιτρέψτε μου να σας χαιρετήσω στη έναρξη του συνεδρίου, αν και ο λόγος του δεν μπορεί να ονομαστεί φωτεινός και αγαθός. Όλους εμάς ανησυχούν και θλιβούν τα γεγονότα πού νυν συμβαίνουν στη παγκόσμια Ορθοδοξία και όλοι εμείς πρέπει να τα αναλύσουμε και να προσφέρουμε τις δικές μας σκέψεις όχι μόνο στους αδελφούς και αδελφές της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και των άλλων Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στενωχοριέμαι  βαθιά από αυτό το διαχωρισμό, που δυχτιχώς έγινε το σημείο του χρόνου μας.

Το διαχωρισμό αυτό προκαλούν τα πολιτικά κίνητρα και στιγμιαία συμφέροντα. Στενωχοριέμαι  βαθιά και ανησυχώ προσωπίκα, και το είπα πολλές φορές, για το πνευματικό χάσμα με μερικά μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Πρόσφατα εμφανίστηκαν απόψεις για τη λεγόμενη αυτοκεφαλία που παραδόθηκε στους σχισματικούς της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως μια «διέξοδος από το αδιέξοδο» που κρύβεται κάτω από την ιδέα της ποιμαντικής φροντίδας περί των βρισκομένων στο σχίσμα. Δυστυχώς αυτές οι απόψεις ακούγονται περισσότερα από τη πλευρά των ελληνόφωνων χωρών και Εκκλησιών. Κατά τη γνώμη μου η αιτία του γεγονότος αυτού είναι η άγνοια της ιστορίας της Ουκρανίας της δεκαετίας του ’90 και η απροθυμία να εξετάσει κανείς τη ρίζα αυτού του σχίσματος, και να καταλάβει τι προκάλεσε όλα αυτά που προσπάθησε να «θεραπεύσει» με την ευρεία του βούληση ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

 Το ζήτημα που προέκυψε σήμερα λόγω της μοναδικής δράσης του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως είναι ευρύτερο από το ζήτημα της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία. Είναι το ζήτημα του Κανονικού Δικαίου γενικά, και ειδικότερα του Κανονικού Δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οι κανόνες στους οποιούς κάθε φορά αναφέρεται το Φανάρι είχαν σχεδιαστεί για τη Παλαιά Κωνσταντινούπολη, τη Πρωτεύουσα της Μεγάλης Αυτοκρατορίας. Το καθεστώς του πρώτα απ ‘όλα είχε σχέση με τη κατάσταση της παραμονής του στην Πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Είναι γνωστό όμως ότι πριν την Κωνσταντινούπολη το ρόλο του πρώτου είχαν στην αρχή η Εκκλησία των Ιεροσολύμων και μετέπειτα η Εκκλησία της Ρώμης. Με τη αλλαγή της ιστορίας αναπόφευκτα αλλάζεται και το καθεστώς. Ωστόσο με τη καταστρόφη της Αυτοκρατορίας το καθεστώς της Κωνσταντινουπόλεως de jure παρέμινε το ίδιο εν μέρει λόγω της πολύ πιο διπλωματικής, αδελφικής προσέγγισης των Πατριαρχών, που ήταν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως πριν τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Όταν η Εκκλησία ξεκίνησε την επίγεια ύπαρξή της, το αδιαμφισβήτητο κέντρο και τη αυθεντία ήταν η Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Ήταν ακριβώς στη Αγία Πόλη που έγινε η πρώτη εκκλησιαστική Σύνοδος που έγινε πρωτότυπο για όλων των επομένων Συνόδων όσο Τοπικών τόσο και Οικουμενικών. Οι λόγοι της πρεσβείας της συνδέονται με την Ιερά Ιστορία: «Χαῖρε Σιὼν ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, Θεοῦ κατοικητήριον∙ σὺ γὰρ ἐδέξω πρώτη, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διά τῆς Ἀναστάσεως»[1]. Όμως μετά τη καταστροφή του Ναού της Ιερουσαλήμ και της ίδιας της πόλης από τους Ρωμαίους, η Ιερουσαλήμ χάνει τη σημασία της. Ο αριθμός των ντόπιων χριστιανών στην Ιερουσαλήμ πότε δεν ήταν τόσο μεγάλος ως στην αρχή.

Το επόμενο σηματνικό σημείο της ιστορίας της πρεσβείας συνδέεται με την «προκαθημένη τῆς ἀγάπης»[2], κατά το λόγο του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Εκκλησία της Ρώμης. Αν και κατ’ αρχάς η εκκλησιαστική ανύψωση της Ρώμης συνδέεται με τη πρεσβεία της αγάπης, δηλαδή με την αγάπη των χριστιανών της Ρώμης προς τους μάρτυρες, και επίσης με το μαρτύριο των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ύστερα όμως γίνεται πιο μεγάλη η σημασία των ιστορκών και πολιτικών αιτίων. Ωστόσο η ιστορία δεν παραμένει ακίνητη και λόγο Μεγάλου Σχίσματος, κανένας λόγος δεν επηρεάζει την πρεσβεία του επισκόπου της Ρώμης, επείδη ο ίδιος γίνεται εντελώς έξω από τον Ορθόδοξο κόσμο.

Το δικαίωμα της πρεσβείας μεταφέρεται από τη Παλαιά Ρώμη στη Νέα. Πραγματικά ακόμα πριν το Μεγάλο Σχίσμα το ιστορικό και πολιτικό πρότυπο λαμβάνεται ως βάση για τις συζητήσεις περί της πρεσβείας. Ο 28ος κανόνας της Τετάτης Οικουμενικής Συνόδου σαφώς αναφέρει τη βάση της ανύψωσης της Κωνσταντινουπόλεως και της επομένης πρεσβείας της μετά την πτώση της Εκκλησίας της Ρώμης από την ορθόδοξη ενότητα, επίσης τονίζεται και η βάση της πρεσβείας του επικόπου της Ρώμης: «καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα. Καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῶ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ῥώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν»[3]. Το ίδιο το κείμενο του κανόνα μαρτυρεί ότι κατά την εκείνη στιγμή η κύρια βάση της πρεσβείας ήταν οι πολιτικές περιστάσεις, δηλαδή η παρουσία στην πόλη της ανώτατης αρχής της Αυτοκρατορίας.

Ήδη για αρκετούς αιώνες, αυτές οι βάσεις έχουν χάσει τη δύναμή τους. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι δεν ισχύει και η πρεσβεία του Πατριάχου Κωνσταντινουπόλεως, όπως δεν έχει πάψει αμέσος να ισχύει η πρεσβεία του θρόνου της Ρώμης παρά τη μεταφορά της Πρωτεύουσας. Όμως αυτό μας κάνει να να σκεφτούμε σοβαρά για το ζήτημα τούτο, και είτε να βρούμε καινούργιες βάσεις της πρεσβείας, είτει να διορθώσουμε την κατάσταση σύμφωνα με τις τρέχουσες βάσεις. Επειδή τώρα η Κωνσταντινούπολη όχι μόνο δεν παίζει κάποιο σημαντικό πολιτικό ρόλο μεταξύ των κρατών με χριστιανικές ρίζες, αλλά είναι κυρίως μουσουλμανική πόλη, ακόμη και αν διατηρεί τα χριστιανικά ιερά και τη χριστιανική ιστορία στα βάθη της.

Όπως ήδη είπαμε, το ζήτημα της πρεσβείας που αναφέρθηκε παραπάνω είναι, πραγματικά, ένα μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος, το οποίο ακόμη θεωρείται κάπως επικίνδυνο να το συζητήσουμε. Πρόκειται για το Κανονικό Δίκαιο γενικά. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε με το παράδειγμα του ζητήματος της πρεσβείας, επί του παρόντος πολλές αποφάσεις των Συνόδων έχασαν τις βάσεις, που ήταν τα θεμέλια αυτών την επόχη της εμφάνισής τους. Πραγματικά ολά αυτά τα προβλήματα, οι παρεξηγήσεις, οι συγκρούσεις, οι διαφωνίες και ακόμη και τα σχίσματα, είναι μόνο τα αποτελέσματα ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος. Αυτό το πρόβλημα έγκειται στην επείγουσα ανάγκη για μια σοβαρή μελέτη του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, των βαθέων και βάσεών του, και ως αποτέλεσμα αυτής της μελέτης, τη δημιουργία ενός ενιαίου κανονικού τοµέα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ακυρώσουμε οποιουςδήποτε κανόνες των Αγίων Συνόδων της Ορθοδόξης Εκκλησίας, αντίθετα αυτοί οι κανόνες πρέπει να πάψουν να είναι απλά σημάδια και σύμβολα της αρχαιότητας και να πάρουν την αυθεντική δύναμή τους μετά την ανακήρυξή τους στη γλώσσα τοθ σύγχρονου πολιτισμού ύμφωνα με τις σύγχρονες καταστάσεις. Μόνο μετά τη δημιουργία αυτού του ενιαίου κανονικού τοµέα είναι δυνατή μια εποικοδομητική συζήτηση για διάφορα ζητήματα που προκύπτουν στο πλαίσιο της ζωής των σύγχρονων ορθόδοξων χριστιανών.

Βυθίστηκαν στη λήθη οι Αυτοκρατορίες, πέθαναν οι γλώσσες και τα έθνη που μίλησαν αυτές τις γλώσσες, η ζωή έχει αλλάξει πολύ από τη δημιουργία του τελευταίου κανόνα, που έχει ανακηρυχθεί από την Οικουμενική Ορθοδοξία. Όμως η ζωή της Εκκλησίας του Χρίστου δεν παύει, η καρδιά της κτυπά με την ίδια δύναμη. «Χριστὸς ἐχθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»[4], και σε Αυτόν τον «λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν» οι προηγούμενοι «οἰκοδομοῦντες»[5], αλλά που έγινε το θεμέλιο του νέου Οίκου του Θεού, βασίζεται η Εκκλησία, βασίζεται η ζωή της. Εάν οι αρχαίοι πατέρες, κινούμενοι με το Άγιο Πνεύμα, πρόλαβαν να εκφράσουν τους κανόνες της ζώης της Εκκλησίας για την εποχή τους, τότε και η σημερινή Εκκλησία μπορεί να εκφράσει τόσο αναγκαίους κανόνες της ζωής της. Ο λόγος της χριστιανικής ζωής παραμένει αμετάβλητος, αλλά ο τρόπος της συνεχώς μεταβάλλεται. Και η Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού και που έχει τον Ίδιο τον Χριστό ως το κεφάλι της, μπορεί και πρέπει να το εκφράση στη μόρφη ενιαίου κανονικού τοµέα, θεμελιωμένου στο πνεύμα των κανόνων που δημιουργήθηκαν στους προηγούμενους αιώνες, αλλά εκφράστηκαν σε σημάδια της γλώσσας του τρέχοντος αιώνα.

Αν και στα όρια μίας Τοπικής Εκκλησίας αυτό το ζήτημα μπόρει να λυθεί με διάφορους τρόπους, στο διορθόδοξο επίπεδο χρειάζεται μια κοινή λύση και συμφωνία (consensus). Σίγουρα η συζήτηση περί του ζητήματος αυτού από  διαφορετικές απόψεις στις δίαφορες Τοπικές Ορθοδόξες Εκκλησίες συμβάλλει στη σταδιακή εμφάνιση αυτής της ίδιας συμφωνίας και στην επίτευξη του συμβιβασμού. Ωστόσο τα περίφημα γεγόνοτα πιέζουν για την όσο το δυνατόν συντομότερη επίλυση αυτού του ζητήματος. Πρέπει όμως να τονίζουμε ότι το ζήτημα της πρεσβείας στην Εκκλησία είναι μόνο μία πλευρά του μεγάλυτερου προβλήματος, το οποίο υπάρχει εδώ και αρκετό καιρόμ όμως αύτο το ζήτημα αισθάνεται πιο οδυνηρά, και πιο αρνητικά όπως έχει φανεί τώρα, επηρεάζει τη ζωή της Οικουμενικής Ορθοδοξίας.

Η σημερινή σύναντηση έχει ξεκινίσει με τη Θεία Ευχαριστία και έντονη προσευχή για την ενότητα της Αγίας Εκκλησίας, για την διαφύλαξη Αυτής από διαιρέσεις και σχίσματα, για να  δώσει ο Θεός την Εκκλησία Του την ειρήνη και την ηρεμία, την αγάπη και την αρμονία. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος του συνεδρίου μας. Αλλά για αυτό πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, να μην φοβόμαστε να συζητήσουμε τα δύσκολα, αλλά πολύ επείγοντα προβλήματα. Σας μεταφέρω την ευλογία της Αυτού Αγιότητος του Αγιωτάτου Πατριάρχου Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ.κ. Κυρίλλου. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν!

// Ο χαιρετίσμος του Πρύτανη της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας του Αρχιεπισκόπου Βερεγιάς Αμβροσίου στο συνέδριο στο Ορθοδόξο Πανεπιστήμιο του Αγίου Τύχωνος «Οι αιτίες και προσκλήσεις της τρέχουσας κρίσης των διορθόδοξων σχέσεων»


[1] Στιχηρόν Ἀναστάσιμα τῆς Ὀκτωήχου, ἦχος πλ. δ’.

[2] ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΘΕΟΦΟΡΟΣ, Προς Ρωμαίους, SC 10, Paris 1945, σ. 124.

[3] Concilium Chacedonense Generale IV, MANSI 7, Florentia 1762, στ. 369.

[4] ΕΒΡ. 13, 8.

[5] ΜΘ. 21, 42.